αρχειοφυλάκιο


αρχειοφυλάκιο
και -κείο, το
δημόσιο κατάστημα όπου φυλάσσονται επίσημα έγγραφα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχειοφύλαξ (-κας). Η λ. αρχειοφυλακείον μαρτυρείται στον Π. Χιώτη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Σητείας — Tο Aρχαιολογικό Mουσείο Σητείας εγκαινιάστηκε το 1984, για να στεγάσει τα πολυάριθμα ευρήματα της περιοχής. Ένα μέρος από αυτά τα ευρήματα εκτίθεται στο Μουσείο Hρακλείου (αίθουσα Zάκρου) και στο Mουσείο Aγίου Nικολάου. Aν η επίσκεψή σας στο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.